[Το άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε μετά από παρότρυνση του δημοσιογράφου Πάνου Κωδωνά και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2025 στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας News 24/7. Όλο το άρθρο θα το βρείτε εδώ.]
«Μαμά, με θέλεις για μαμά σου;» γράφει η Ρούλα Γεωργακοπούλου στο συγκινητικό βιβλίο της με τίτλο Δέντρα, πολλά δέντρα. Εδώ όμως, στη δική μου πραγματικότητα, υπήρχε ήδη μία σημαντική διαφορά· ήμουν ήδη η μάνα της μάνας μου, δεν θυμάμαι πότε υπήρξα παιδί της. Ήμουν ο άνθρωπος που τη φρόντιζε όταν παρασέρνονταν από τη θλίψη της, ο άνθρωπος που της έστρωνε το κρεβάτι για να κοιμηθεί, της έλεγε να ντυθεί για να μην κρυώσει, την αγκάλιαζε όταν δεν ήξερε τον τρόπο να αγκαλιάσει τα παιδιά της, ο άνθρωπος που της έλεγε «να προσέχεις» και «μην αργήσεις να γυρίσεις το βράδυ» όταν περνούσε το κατώφλι της πόρτας και δεν ήξερα πότε και αν θα επιστρέψει.
Οι ρόλοι δεν θυμάμαι πότε αντιστράφηκαν κι αν αυτή η διαδικασία συνέβη αυτόματα, ξαφνικά και αναπάντεχα, ή πήρε τον χρόνο της βυθίζοντάς μας όλο και πιο πολύ στους νέους μας ρόλους, όπως το βατραχάκι στο νερό που σιγοβράζει, της γνωστής παραβολής.
Η λέξη «φροντίδα» όμως, ζητούσε πάλι, επιτακτικά, να εισχωρήσω στις αβύσσους της, να κολυμπήσω στα σκοτεινά νερά της, να βυθιστώ κάτω από την άνωση που κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη ενός πάσχοντα από Άνοια πιο ανάλαφρη -καθώς αποποιείται εκ των πραγμάτων πάσα ευθύνη-, δημιουργώντας ωστόσο έναν κόσμο δυσβάσταχτα περίπλοκο στον περίγυρό του, κι ιδιαίτερα στο άτομο που επέλεξε να τον φροντίζει.
Γιατί, ναι, περί επιλογής πρόκειται. Ο άνθρωπος που καλείται από την ίδια τη ζωή να υπάρξει ως ο φροντιστής του γονιού του, είναι εκείνος που έχει φτάσει στο καίριο εκείνο σημείο της δικής του διαδρομής όπου οφείλει να επιλέξει: Μένω ή φεύγω; Κι ανάλογο της επιλογής του, είναι το τίμημα που θα πληρώσει.

Ανοίγω ένα βιβλίο, δεν έχει σημασία ποιο, και βρίσκω εκεί, γραμμένο από εμένα στην πρώτη λευκή του σελίδα, με ημερομηνία 15/2/22, τη φράση: «Βρήκα τη μάνα μου και βρήκα εμένα».
Θα πρέπει να ήταν τότε που συνειδητοποίησα για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου, πως η σχέση μου με τη μάνα μου -έναν άνθρωπο δύσκολο, δύστροπο και δυσπρόσιτο και μια σχέση που περνούσε, έτσι κι αλλιώς, παιδιόθεν, από σαράντα κύματα – επιβάλλονταν από τις συνθήκες να αλλάξει.«Μαμά, με θέλεις για μαμά σου;» γράφει η Ρούλα Γεωργακοπούλου στο συγκινητικό βιβλίο της με τίτλο Δέντρα, πολλά δέντρα. Εδώ όμως, στη δική μου πραγματικότητα, υπήρχε ήδη μία σημαντική διαφορά· ήμουν ήδη η μάνα της μάνας μου, δεν θυμάμαι πότε υπήρξα παιδί της. Ήμουν ο άνθρωπος που τη φρόντιζε όταν παρασέρνονταν από τη θλίψη της, ο άνθρωπος που της έστρωνε το κρεβάτι για να κοιμηθεί, της έλεγε να ντυθεί για να μην κρυώσει, την αγκάλιαζε όταν δεν ήξερε τον τρόπο να αγκαλιάσει τα παιδιά της, ο άνθρωπος που της έλεγε «να προσέχεις» και «μην αργήσεις να γυρίσεις το βράδυ» όταν περνούσε το κατώφλι της πόρτας και δεν ήξερα πότε και αν θα επιστρέψει.
Οι ρόλοι δεν θυμάμαι πότε αντιστράφηκαν κι αν αυτή η διαδικασία συνέβη αυτόματα, ξαφνικά και αναπάντεχα, ή πήρε τον χρόνο της βυθίζοντάς μας όλο και πιο πολύ στους νέους μας ρόλους, όπως το βατραχάκι στο νερό που σιγοβράζει, της γνωστής παραβολής.
Η λέξη «φροντίδα» όμως, ζητούσε πάλι, επιτακτικά, να εισχωρήσω στις αβύσσους της, να κολυμπήσω στα σκοτεινά νερά της, να βυθιστώ κάτω από την άνωση που κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη ενός πάσχοντα από Άνοια πιο ανάλαφρη -καθώς αποποιείται εκ των πραγμάτων πάσα ευθύνη-, δημιουργώντας ωστόσο έναν κόσμο δυσβάσταχτα περίπλοκο στον περίγυρό του, κι ιδιαίτερα στο άτομο που επέλεξε να τον φροντίζει.
Γιατί, ναι, περί επιλογής πρόκειται. Ο άνθρωπος που καλείται από την ίδια τη ζωή να υπάρξει ως ο φροντιστής του γονιού του, είναι εκείνος που έχει φτάσει στο καίριο εκείνο σημείο της δικής του διαδρομής όπου οφείλει να επιλέξει: Μένω ή φεύγω; Κι ανάλογο της επιλογής του, είναι το τίμημα που θα πληρώσει.
Σαν τις παλιές φωτογραφίες, έτσι και οι άνθρωποι· ξεθωριάζουν.

Κι υπάρχουν μάλιστα φορές που ο χρόνος και η αρρώστια τους αλλάζουν τόσο, τους παραμορφώνουν, που αναζητώντας σταθερά σημεία -σημεία ορόσημα της ύπαρξής τους – για να πιαστούμε και να πούμε πως αυτός ο άνθρωπος που φροντίζουμε είναι, όντως, ο άνθρωπός μας, δεν βρίσκουμε κανένα.
Χτίζω ένα νέο μοτίβο συνύπαρξης. Από τότε που μένουμε μαζί για να τη φροντίζω επί εικοσιτετραώρου βάσεως, αργά-αργά το χτίζω εφευρίσκοντας, αναγκαστικά, νέα μοτίβα. «Τώρα το χάπι Νο1, μετά το μπάνιο, έπειτα κουκούλωμα στην κουβέρτα και εντριβή γιατί, κοίτα! Τρέμει· κι ύστερα το τάισμα που δοκιμάζει την υπομονή μου, γιατί είναι μέρες που δεν θέλει -ή ξεχνάει- να μασάει», ψιθυρίζω στον εαυτό μου, για να μην χάσω τη μπάλα. «Τον βλέπεις αυτόν εκεί τον ψηλό μελαχρινό που μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο;» μου λέει συνωμοτικά. Γυρνώ, κοιτάζω εκεί που δείχνει το σκεβρωμένο χέρι της, δεν βλέπω κανέναν, είμαστε όπως πάντα μόνες μας. «Με θέλει!» λέει, και γελάει δυνατά. «Όλοι με θέλουν γιατί είμαι μικρή και τσαχπίνα και πάρα πολύ όμορφη», συμπληρώνει, ανοίγοντας στο μεταξύ σαν καλό κορίτσι το στόμα της όταν πλησιάζω στα χείλη της το κουτάλι με τη σούπα. Μορφάζει, μου πιάνει το χέρι, «θα με πνίξεις», λέει. Μαζεύομαι. Αναδιπλώνομαι εντός μου, ένας μικρός κόκκος άμμου γίνομαι, θέλω να χαθώ στον βυθό ενός απέραντου ωκεανού. Παρακαλώ να τελειώσει γρήγορα αυτό το μαρτύριο. Μα το μαρτύριο επαναλαμβάνεται καθημερινά με μαθηματική ακρίβεια.
«Μαμά, θέλεις να γίνω η μαμά σου;» Συχνά με φωνάζει «μαμά»· όταν δεν με βρίζει και δεν με μουτζώνει και δεν με καταριέται. «Είσαι η μαμά μου», λέει, ή «τί μαγείρεψες σήμερα, μαμά;» Μια μέρα, πάνω στα νεύρα μου, της είπα «δεν μαγείρεψα τίποτα, δεν είχαμε λεφτά, είμαστε φτωχοί». Δεν ξέρω πώς μου ήρθε να το πω αυτό εκείνη την ώρα, ίσως επειδή είχα βαρεθεί να ακούω να μιλάει συνέχεια για τη φτώχεια που έζησε στην κατοχή. Η απάντησή της, με αποστόμωσε «η φτώχεια, παιδί μου, σε ταπεινώνει», είπε. Κι εγώ, αμέσως το μετάνιωσα που θέλησα να ιδιοποιηθώ τις μνήμες της. Κλείστηκα τότε στο μπάνιο και έκλαψα με αναφιλητά. Λίγη ώρα μετά, βγήκα φορώντας πάλι τη μάσκα του «θα τα καταφέρουμε». Της άλλαξα πάνα, είχε λερωθεί. Τρυφερά καθάρισα το άνυδρό της δέρμα, το γεμάτο πτυχώσεις που εύκολα σχίζονται. Τα στήθη της… Εκείνα τα στήθη που κάποτε με θήλασαν σφύζοντας από ζωή, τώρα κρέμονται σαν άδειες τσέπες…
Ο γιατρός συστήνει υπομονή. Καλή φροντίδα, αγάπη και υπομονή. «Είναι γερός οργανισμός», λέει, «αντέχει». Ήθελα τόσο να τον ρωτήσω αν ξέρει να μου πει και τις δικές μου αντοχές.
Αντιπελάργηση, αυτή τη λέξη βρήκα στο λεξικό. Σημαίνει την επιστροφή του δώρου της ζωής.
Τη σβήνω αφηρημένα με μαρκαδόρο ανεξίτηλο και στη θέση της γράφω, Δοκιμασία. Σημαίνει τη ζωή που χάνεται για χάρη μίας άλλης ζωής, που κάποτε πολύ έχουμε αγαπήσει.
Μα όταν το αναπόδραστο τέλος της ύπαρξής μας ως ανθρώπινα, νοήμονα και συναισθανόμενα όντα, καταφθάνει πριν το φυσικό, τότε τι κάνουμε; Πώς αντιδρούμε, εμείς οι φροντιστές, σε αυτή την καταδίκη; Υπομένοντας;
Υπομένοντας, ναι. Κι άλλοτε, ενοχικά ψιθυρίζοντας, «μαμά, δεν θέλω άλλο. Μαμά, κουράστηκα να είμαι η μαμά σου»…


Δημοσίευση σχολίου
Αφήνοντας εδώ το σχόλιό σας, μην ξεχνάτε να είστε ευγενείς!